Home Up ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΕΙΚΟΝΕΣ 1821 &  Μ. ΡΕΥΜΑ

ΑΡΘΡA

    Home Up π. Σ. Φαράσογλου K. ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΓΙΩΡΓΟΣ  ΗΛΙΑΔΗΣ ΠΑΣΧΑ 2005 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΑΝΑ


Ζωοδόχος Πηγή και το αείζωον Οικουμενικόν Πατριαρχείον

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος διαβεβαιεί προς κάθε κατεύθυνση ότι η συνεχιζόμενη παρουσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην ιστορική του έδρα, αποτελεί «την μεγαλύτερη εγγύηση», την «μεγαλύτερη ασφάλεια» και την «μεγαλύτερη υπόσχεση ότι δεν θα σβήσει η ρωμαίικη παρουσία, η Ορθόδοξος Χριστιανική παρουσία, από την Πόλιν αυτήν των πατέρων μας». Μιλώντας στη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής Μπαλουκλί, ο Οικουμενικός Πατριάρχης αναφέρθηκε στις «μεγάλες φουρτούνες, τις Μεγάλες μπόρες» που το Πατριαρχείο έζησε διά μέσου των αιώνων «Σήμερα όπως είδατε συμπροσευχηθήκαμε και γιορτάσαμε την πανήγυρη της Ζωοδόχου Πηγής. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα προσκυνήματα της Πόλεως μας, μαζί με τις Βλαχέρνες, το Πατριαρχείο, τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και ούτω καθεξής.  Και είδατε ότι ο παλμός υπήρξε ζωντανός, η πίστης βαθειά και των ολίγων εδώ προσκυνητών και των περισσοτέρων από την Ελλάδα όπως είσθε εσείς και ότι εμείς οι ολίγοι που ζούμε μόνιμα εδώ και έχουμε αυτό το ιδιαίτερο προνόμιο, συνεχίζουμε και τιμούμε τις παραδόσεις μας, αυτή είναι μια παράδοσις αιώνων να γιορτάζουμε την Μπαλουκλιώτισσα εδώ στο ιστορικό αγίασμα της, στο Μοναστήρι της... Όλα αυτά δείχνουν ότι παρά την συρρίκνωση του αριθμού των Ομογενών που συνετελέσθη λόγω αδιαφορίας των Υπευθύνων, αυτοί οι οποίοι εξ αντικειμένου έπρεπε να προστατεύσουν εδώ την Ελληνική Ορθόδοξο Μειονότητα, λέγω παρά την συρρίκνωσιν η οποία συνετελέσθη για λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεως μας εμείς εξακολουθούμε να είμαστε εδώ, να υπάρχουμε, να ζούμε και να κινούμεθα εν τω Αναστάντι Χριστώ και αυτό είναι η μεγαλυτέρα εγγύησις και η μεγαλυτέρα ασφάλεια και η μεγαλυτέρα υπόσχεσις ότι δεν θα σβήσει η παρουσία η ρωμαίικη, η Ορθόδοξος Χριστιανική παρουσία από την Πόλη των Πατέρων μας. Όταν είναι κανείς ριζωμένος εις τον αναστάντα Χριστόν «ο οποίος ενίκησε και τον θάνατον, αυτό σημαίνει ότι δεν έχει να φοβηθεί τίποτε. Πρόσφατα ακόμη δυστυχώς κάποιος είπε επί λέξει «προφητεύοντας» εντός εισαγωγικών ότι «είναι λίγα τα ψωμιά του Οικουμενικού του Πατριαρχείου». Κάποιος ο οποίος,  έτσι πιστεύαμε διάκειται ευμενώς προς το Πατριαρχείο και το σέβεται και το τιμά και γνωρίζει την ιστορία του και την διαχρονικήν προσφορά του, όμως αποδεδειγμένος εξεστόμισε αυτόν τον λόγον. Και σκέφθηκα όταν το πληροφορήθηκα εάν οι φίλοι μας στην Ελλάδα πιστεύουν αυτά τα πράγματα και εκφράζονται έτσι, σκεφθείτε τι θα λένε οι άλλοι που δεν είναι τόσο φίλοι μας. Εν πάσει περιπτώσει θέλω να διαβεβαιώσω και αυτόν τον εν Χριστώ αδελφόν και όλους τους ομόφρονους του, όσοι προβλέπουν και προφητεύουν το τέλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου ότι δεν πρόκειται να επέλθει αυτό, διότι το επισκιάζει το Πατριαρχείο και την εδώ Ομογένεια η Χάρις του Αναστάντος Κυρίου. Περάσαμε μεγάλες φουρτούνες, μεγάλες μπόρες δια μέσου των αιώνων και ζώμεν. Είμαστε εδώ με τα Μοναστήρια μας, με τις εκκλησίες μας, με το Πατριαρχείο μας, με την παρουσία την αόρατον αλλά πραγματικήν των χιλιάδων και των μυριάδων προπατόρων μας, προγόνων μας οι οποίοι και αυτοί μας στηρίζουν με την χάριν τους και με τις προσευχές τους από το υπερπέραν και έτσι θα συνεχίσουμε την εδώ παρουσία μας και την από εδώ προσφοράν μας και διακονίαν μας προς τους εγγύς και προς τους μακράν». 
 

horizontal rule

Ακόμη και δύο αιώνες πριν το Μέγα Ρεύμα ήταν γεμάτο ζωντάνια..Η φωτογραφία τα λέει ΟΛΑ...
Ξαφνικά ο κύριος  Αμπελ, πρόσωπο της παρέας μας, άρχισε μ' ενδιαφέρον να ρωτά κατά που να πέφτει άραγε το Αρναούτκιοϊ; Εκεί θυμάμαι, είπε, είχα μιά θειά. Συχνά στα παιδικά μου χρόνια, ο πατέρας μoυ μούπαιρνε από τo χέρι και πηγαίναμε με το τραμ, αφού πρώτα περνούσαμε τη γέφυρα του Γαλατά με τα πόδια και νομίζω πως πληρώναμε μάλιστα και διόδια ένα γρόσι.
Προσπαθήσαμε πάνω στην Ευρωπαϊκή ακτή, να ψάξουμε για το Αρναούτκιοϊ. Το Ελληνικώτατο είπα “Μέγα Ρεύμα”. Ο τόπος που στα παλιά χρόνια, οι πλαγιές του ήταν γεμάτες αμπέλια, για να πάρουν θέση - πριν δύο αιώνες, οι μυρωδάτες φράγουλες, για τις οποίες λέγεται ότι η εισαγωγή τους, οφείλεται στην ηγεμονική οικογένεια των Υψηλάντιδων.  

Ο τόπος αυτός ελληνικά λέγεται Μέγα Ρεύμα απ' το δυνατό ρεύμα της θάλασσας, που συμφωνεί. με τις απέναντι ακτές, του Καντιλί. Τουρκικά έχει τ' ονομα Αρναούτκιοϊ. (Αρβανιτοχώριον). Στα πολύ παλιά το προάστειο αυτό το έλεγαν, “Εστίαι” και “Ανάπλους”. Αργότερα το είπαν “Μιχαήλιον”. Ονομα παρμένο από τον εκεί κάποτε αρχαίο ναό των “Ασωμάτων”. Αυτόν που είχε χτίσει πρώτα ο Μεγάλος Κωνσταντίνος. Μεταγενέστερα επεσκεύασε ο Ιουστινιανός και τελικά καλλώπισε ο Ισαάκ ο Κομνηνός. Παλαιότερα εδώ υπήρχαν και ναοί ειδωλολατρικοί, όπως ο ναός του Ποσειδώνα και των  Εστιάδων-Παρθένων.
Θα πρέπει να πούμε πως μέσα στην εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήταν ένα από τα πολύ γνωστά προάστεια με τον μεικτό πληθυσμό και με τις ξεχωριστές συνοικίες των Λαζών, Αλβανών και Εβραίων, οι οποίοι εγκατασταθηκαν εδώ αργότερα, χωρίς αυτό να μπορέσει να μεταβάλλει το ελληνικό χρώμα του τόπου, με τα πολλά ρωμαίϊκα σπίτια και τη μεγάλη Εκκλησία των Ταξιαρχών, στο κέντρο της αγοράς, χτισμένη στη θέση της αρχαίας, μέσα στην οποία υπήρχαν  τάφοι από μεγάλους ευεργέτες και κληρικούς.   

Το Akıntıburnu  η είσοδος του Çiçek Sineması και τo Halk otobüsü  
 
Ηταν το σημαντικότερο και πολυπληθέστερο προάστειο του Βοσπόρου, με την πλούσια κοινότητα και τις εξαίρετες ηγεμονικές φυσιογνωμίες που διέπρεψαν μέσα στα χρόνια μαζί με σοφούς Μητροπολiτες. Ηταν ακόμα ο τόπος με τα υγιεινό κλίμα για να καταφεύγουν εκεί οι αρχοντικές οικογένειες από το Φανάρι, καθώς και οι Πατριάρχες στις μεγάλες  επιδημίες της χολέρας και της πανώλης  όταν από καιρό σε καιρό μάστιζαν την Κωνσταντινούπολη. Να λάβουμε υπ΄όψη μας πως στον παλιό καιρό δεν υπήρχαν ατμοπλοϊκές εταιρίες και η μετακίνηση των κατοίκων του Βοσπόρου γίνονταν ,με κάϊκια που λειτουργούσαν με κωπηλάτες τους γνωστούς γκιουρεκτσίδες.  
Κι ακόμα να πούμε πως οι ακτές του Βοσπόρου σε πολλά μέρη ήταν ανώμαλες και δύσβατες και η επικοινωνία από χωριό σε χωριό γινόταν μέσα από ανηφορικά μονοπάτια.
Το Μέγα - Ρεύμα, ήταν ακόμα γνωστό, σαν το χωριό με τις πολλές λατέρνες, τα γλέντια τους χορούς και τα πανηγύρια, εκεί στα αψηλά των λόφων, στο αγίασμα της Αγίας Κυριακής και στην εκκλησία του νεκροταφείου, στον Προφήτη Ηλία. Να αναφέρω ακόμα πως σ' αυτο το ελληνικότατο προάστειο υπήρχαν οι συνοικίες των επιφανών Σούτσων (Σoυτζί Μαχαλεσί) και η συνοικία Καντακουζινού, εκεί ψηλά, στις ανηφοριές του Χοσχόση, κοντά στον Προφήτη Ηλία. Εκεί είχε γίνει και μια μυστική σύναξη της Φιλικής Εταιρείας, με τον Ξάνθο, Σκουφά και άλλους. Γεγονός για να πληρώσουν με τη ζωή τους αργότερα τέσσερις Μητροπολίτες και άλλοι απλοί πολίτες. 
Ακόμη να θυμηθούμε πως το προάστειο αυτό ήταν πολύ γνωστό για το πανηγύρι  των Θεοφανείων, όταν συρροή κόσμου έφθανε απ' όλες τις περιοχές της Πόλης, να παρακολουθήσουν τον Δεσπότη με πλήθος παππάδες να ρίχνει το Σταυρό στη θάλασσα και να αγιάζει τα βοσπορινά νερά. Ηταν ένα εντυπωσιακό θέαμα  πριν τα γεγονότα του 1955, να βλέπεις τα παλικάρια του χωριού να συναγωνίζονται μέσα στη θάλασσα μαζί με τον Μεμέτη και τον Χασανί, ποιός θα πιάσει πρώτος τον Σταυρό.
 Τώρα, όλα αυτά έχουν γίνει θύμισες εποχών, για να τις ξεθωρίζει λίγο  λίγο ο χρόνος, καθώς πια σε τούτο τo προάστειο δεν έχουν μείνει παρά μόνο λίγες οικογένειες ομογενών.
              
Θεοφάνεια στο Μέγα Ρεύμα

Ο Πολίτης Ρωμιός ακόμη και σήμερα δεν έχει ΠΑΥΣΕΙ να πετά τον Σταυρό του στο Βόσπορο, αλλά και να τον μεταφέρει καθημερινά ....

 

horizontal rule

AΠENANTI ΣTH MIKPAΣIA
Aρχιμ. Kυρίλλου Σύκη
Τα μοναστήρια ήταν καθημερινά μια ασυνείδητη οπτική παράσταση. Κάθε βράδυ όμως στον ύπνο μας η ασυνείδητη αυτή παράσταση στο λανθάνον υποσυνείδητο γινόταν συνείδηση. Ζωντάνευε κι ήταν αληθινή. Μέσα στον ύπνο μας έφτιαχνε δεκάδες μικρασιατικά παραμύθια.
Το πρωί πάλι ξυπνούσαμε και βλέπαμε απέναντί μας τη Μικρασία, τα αιολικά παράλια, αυτή την ίδια την Αιολική γη, που γράφει ο Ηλίας Βενέζης. Κι όταν σουρούπωνε και ο αφέντης ήλιος βασίλευε, έλαμπαν απέναντί μας τα πρώτα φώτα απ' τα Μοσχονήσια κι απ' τ' Αϊβαλί, την πατρίδα μας, όπως την λέει και ο Φώτης Κόντογλου.
Εμείς οι Μυτιληνιοί νιώθουμε αυτή την απέναντι θέα σκουπιδάκι στα μάτια μας καθημερινό και δοκάρι μπηγμένο στην καρδιά μας μόνιμο. Με τα μάτια μας τη βλέπουμε καθημερινά τη μικρασιατική γη μα δεν μπορούμε να την ακουμπήσουμε κι αυτό μάς ενοχλεί σαν σκουπιδάκι. Με την καρδιά μας τη νιώθουμε δικιά μας. Είναι δικιά μας μα δεν μάς ανήκει. Αυτό μάς πονάει. Είχαμε την ιδιαίτερη τιμή -δόξα σοι ο Θεός- να μάς μεγαλώσουν γιαγιάδες Σμυρνιές, Aϊβαλιώτισσες, Μοσχονησοτοπούλες. Αρχόντισσες αληθινές, με λεβεντιά και φινέτσα αρχοντοανθρωπιάς, ένα λουλούδι, που φύτρωνε στην απέναντι πατρίδα μας.
 Έτσι τα παραμύθια μας και τα νανουρίσματα, που μάς έλεγαν, ήταν αληθινές ιστορίες από τις πατρίδες μας απέναντι. Ελληνικές όμορφες ιστορίες χωρίς θεριά και δράκους, μα με το Χριστό και την Παναγιά, τους Αγίους και τα Μοναστήρια μας εκεί απέναντι. Καμιά φορά ήταν τόσο ζωντανές, τόσο αληθινές που ζούσαμε την ένταση της αφήγησης. Το παραμύθι και ο θρύλος ζωντάνευε, μόνο που κατάληγε σε θρήνο, γιατί οι γιαγιάδες μας κλαίγανε με λυγμούς, σαν μάς έλεγαν κάθε φορά αυτές τις ιστορίες και τα αληθινά παραμύθια των τελευταίων ημερών. Δεν έμοιαζαν με τις πρώτες, τις όμορφες που περιέγραφαν την ομορφιά της ζωής έτσι όπως την ιστορεί ο Κόντογλου. Ήταν λυπητερές ιστορίες, που μιλούσαν για την καταστροφή. Η Σμύρνη τυλιγμένη στις φωτιές. ο Άγιος Δεσπότης της, ο Χρυσόστομος, μετά τα ανιστόρητα βασανιστήρια νεκρός στο κέντρο της πλατείας. Μαρτυρικός Ιεράρχης, μα ολοφώτεινη προσωπικότητα, που φώτιζε το δρόμο της προσφυγιάς των λιγοστών, που πρόλαβαν να γλιτώσουν από την θηριωδία των Τούρκων και τη σφαγή. Τούτοι οι πρόσφυγες ήρθαν εδώ στο νησί μας και ρίζωσαν σε καινούργιο τόπο. Έμειναν εδώ, για να κοιτούν απέναντι κάθε μέρα, κάθε στιγμή, και να μην ξεχνούν ποτέ. Έπρεπε σε μάς τους μικρούς, τη νέα γενιά, να μάς πουν την αλήθεια, να μάθουμε την πραγματικότητα για την απέναντι γη.
Θυμάμαι τη γιαγιά μου, που μόνη από τα αδέρφια της γλίτωσε απ' τη σφαγή στα Μοσχονήσια, να μου αφηγείται την τελευταία λειτουργία του Αγίου Ιεράρχου Αμβροσίου Μοσχονησίων, ανήμερα του Σταυρού, στον
Ταξιάρχη στα Μοσχονήσια. Και μετά το μαρτύριο, η σφαγή, η καταστροφή και η ερήμωση κι ο δρόμος της προσφυγιάς. Μα τούτη η αφήγηση ποτέ δεν τελείωνε, ποτέ δεν ολοκληρωνόταν, γιατί πάντα τα δάκρυα και οι λυγμοί της γιαγιάς έπνιγαν τη φωνή της. Σταματούσε. Σηκωνόταν, πήγαινε στο προσκυνητάρι, κατέβαζε την εικόνα του Ταξιάρχη, μοναδικό και πολύτιμο κειμήλιο από το σπίτι στα Μοσχονήσια, την ασπαζόταν αναρίθμητες φορές, την έσφιγγε στην αγκαλιά της και έβγαινε έξω στην απλωταριά. Έμενε εκεί ώρες να κοιτάει απέναντί μας στη Μικρασία, στα φωτισμένα Μοσχονήσια και τα μάτια της έτρεχαν ποτάμι.
Όλα τούτα βολόδερναν μέσα στο μυαλό μου τώρα, που τό καραβάκι άφηνε πίσω τη Μυτιλήνη και τραβούσε μπρος ολοταχώς για τ' Αϊβαλί. Δεν ήταν ένα συνηθισμένο ταξίδι τουρισμού στην απέναντι χώρα. Ήταν μια ιερή αποστολή. Ένα αναβάπτισμα της Pωμιοσύνης μας και τής Χριστιανοσύνης μας. Φέτος συμπληρώθηκαν 75 ολόκληρα χρόνια απ' την θλιβερή εκείνη χρονιά του είκοσι δύο. Eκείνη την αποφράδα ημέρα του Ελληνισμού της Μικρασίας, την ημέρα του Σταυρού, της προσφυγιάς και ξεριζωμού.
Τελευταία λειτουργία στα Μοσχονήσια από τον Άγιο Αμβρόσιο, το Δεσπότη των Μοσχονησίων στον Ταξιάρχη την ημέρα του Σταυρού. Και σήμερα μετά από τόσα χρόνια ξεκινούσαμε πάλι για τα Μοσχονήσια, για την πρώτη λειτουργία στον Ταξιάρχη και πάλι. Μετά από τόσα χρόνια και σε τέτοιους καιρούς. Στην πλώρη του καραβιού ο Μητροπολίτης μας κ. Ιάκωβος αγνάντευε μπροστά στα Μοσχονήσια και έδειχνε σε μια παρέα Ιερέων της Μητροπόλεώς μας τη Μικρασιατική γη.
O Νομάρχης μας μαζί με αρκετούς Μυτιληνιούς, που πήγαιναν να βρουν τα σπίτια των γονιών τους και των συγγενών τους, εξηγούσε τις καινούργιες προσεγγίσεις των δύο λαών. Σ' αυτό άλλωστε οφειλόταν και η άδεια, που πήραμε για τούτη την ιστορική λειτουργία.

Δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω τις καταστάσεις. βίωνα απλά τις στιγμές και αποθήκευα την ένταση και τη φόρτισή τους. Μετρούσα τις ώρες για την πρώτη λειτουργία, ύστερα από 75 χρόνια στον Ταξιάρχη στα
Μοσχονήσια. Όσο πλησίαζε το καραβάκι η φόρτιση έφτανε σε επικίνδυνα όρια. Φτάσαμε στο Αϊβαλί. Ά, αυτό το Αϊβαλί! Ματώνει η καρδιά σου, μόλις το αντικρίσεις και πατήσεις το πόδι σου στη γη του. O άγιος Γεώργιος, ο Ταξιάρχης με τα καμπαναριά τους έχουν γίνει τζαμιά. Ακόμα και το ρολόί υπάρχει, στο καμπαναριό του Αϊ-Γιώργη και χτυπά τις ώρες! Μεγάλες ώρες! Στην κορφή, που ήταν ο προφήτης Ηλίας χτίστηκε ένα γηροκομείο και λίγο παρακάτω το αγιορείτικο μετόχι έγινε αποθήκη. Τα καλντερίμια ελληνικά, το ίδιο και τα σπίτια, οι επιγραφές με κεφαλαία βυζαντινά.
Τραγικό! Ένα σπίτι έγραφε στο μισοσπασμένο υπέρθυρό του: «...Αυγούστου 1922». Ήταν εκείνη η μαρτυρική χρονιά της καταστροφής. Τότε φαίνεται χτίστηκε, μα η μοίρα του ήταν σκληρή. Παράξενο όμως! Δυο Ελληνοπούλες της Πόλης μαζί με τον Νομάρχη του Αϊβαλιού μάς περίμεναν. Έδωσαν λουλούδια στον Δεσπότη μας και στο Νομάρχη! Πού βρισκόμαστε; Πού ζούσαμε τέτοιες στιγμές και ώρες; κανείς δεν το συνειδητοποιούσε. Και είχαμε ξανάρθει όλοι μας κι άλλες φορές μα τούτη ήταν ιερή.
Φτάσαμε στο ξενοδοχείο στα Μοσχονήσια τακτοποιηθήκαμε πρόχειρα και ξεκινήσαμε για την Πέργαμο. Ήταν βραδάκι φτάσαμε στη βασιλική του αγίου Αντείπα. Ήταν όλα ερείπια, μα μάς συγκλόνισε ο τόπος του τάφου του Αγίου Ιεράρχου. Θυμηθήκαμε την Αποκάλυψη για την Εκκλησία της Περγάμου. Άλλοι βρήκαν τα σπίτια των δικών τους. Όλοι νιώθαμε αλλιώτικα, παράξενα. Φύγαμε για το Δικελί. Στο δρόμο δεν σκεφτόμουν. Κανείς μας δεν σκεφτόταν. O χρόνος είχε σταματήσει και λιτά ζούσαμε το παρόν αναχρονιστικά συναρτημένο με το παρελθόν. Απέναντι απ' το Δικελί φώτιζαν τα σπίτια της Μυτιλήνης. Είχαν αντιστραφεί βλέπεις οι όροι σήμερα.
Τι παράξενα συναισθήματα; Mόνο η σιωπή μπορεί τελικά να τα διασώσει και νά τα εκφράσει. Γυρίσαμε νύχτα στα Μοσχονήσια. Μεσάνυχτα. Κανείς δε νύσταζε. Κανείς δεν ήταν κουρασμένος. Όλοι θέλαμε να ξημερώσει γρήγορα. O παπά-Φώτης κατέβηκε στην παραλία έσκυψε, έβαλε τα ξυπόλυτα πόδια του στη θάλασσα- «Αγιασμός», ψέλλισε. Μετά έσκυψε και πήρε λίγη άμμο, την έκρυψε μέσα σ' ένα μαντήλι στον κόρφο του κάτω απ' το ζωστικό του. Χιλιάδες έσφαξαν σε τούτη την παραλία, μου είπε, όλοι είναι άγιοι. Έβαψαν τη θάλασσα και το χώμα με το αγιασμένο αίμα τους.
Ξεκινήσαμε. Ήταν μεσάνυχτα και έμοιαζε με τρέλλα, μα θέλαμε να πάμε τούτη την ώρα στον Ταξιάρχη, να τον δούμε από κοντά. Μάς μαγνήτιζε από μακριά τόση ώρα η θέα της πανύψηλης αυτής μητροπολιτικής εκκλησίας, στη μέση στα Μοσχονήσια. Δύο τρεις ιερείς, μερικοί Μυτιληνιοί και Κανά δυο δημοσιογράφοι.
Φτάσαμε στην εκκλησία. Απ' έξω ένας Τούρκος χωροφύλακας μάς χαιρέτησε μπορώ να πω φιλικά. Ήξεραν άλλωστε για τη λειτουργία. Του είπαμε στα ελληνικά, και κατάλαβε, ότι απλά κάναμε μια βόλτα. Χαμογέλασε. Πλησιάσαμε το ναό, που δεν είχε ούτε παράθυρα, ούτε τζάμια, ούτε κεραμίδια. Κάτι μέσα έλαμπε. Παράξενο. Πλησιάσαμε πιο κοντά κι είδαμε μια άσπρη λαμπάδα να ανάβει στην πρόθεση, που ήταν γεμάτη άμμο σαν μανάλι. Ρίγη μάς συνετάραξαν. Φοβηθήκαμε πώς η συγκίνηση θα μάς πρόδωνε και θα μάς οδηγούσε σε λανθασμένες εκδηλώσεις. Ήταν άραγε κάτι σαν την ακολουθία του εσπερινού, που προηγήθηκε της αυριανής θείας Λειτουργίας; Από ποιόν όμως τούτη η λαμπάδα;
Φύγαμε. Γυρίσαμε πίσω στο ξενοδοχείο και μετρούσαμε τις ώρες, για νά ξημερώσει. Επιτέλους! Ήρθε η ώρα πήραμε, στα χέρια μας τα αγιοπότηρα, το Ευαγγέλιο, τα πρόσφορα, τα ψαλτικά βιβλία, τα κεριά και τις λαμπάδες για την Αγία Τράπεζα κι όλα, όσα χρειάζονται για τή λειτουργία, κι αργά και σταθερά προχωρούσαμε με αυτά όλα τα ιερά στα χέρια μέσα στους δρόμους στα Μοσχονήσια.
Ανατρίχιασα κάποια στιγμή. Αναρωτήθηκα. Τι καιροί; Ποίος το περίμενε αυτό; Φτάσαμε στην εκκλησία. Μάς περίμενε μια γυναίκα, που μάς μιλούσε άπταιστα ελληνικά. Ήταν Ελληνίδα Κρητικιά κι είχε παντρευτεί Τούρκο κι έμεινε εκεί στο παλιό κελί της εκκλησίας. Ήταν καλοδεχτική και εγκάρδια, χαμογελαστή και απλή σαν όλες τις Κρητικές.
Μάς άνοιξε το ναό και μπήκε μέσα με την ίδια κατάνυξη και συντριβή και συγκίνηση, που μπήκαμε εμείς. Από εκείνη τη στιγμή σταμάτησε ολοκληρωτικά ο χρόνος.
Mάλλον γύρισε πίσω 75 χρόνια και ζούσαμε όλοι μας τότε. Μυστήριο, που βιώνεται με την καρδιά. Πόνος γλυκόπικρος, που κεντάει τα σωθικά τούτος ο μισοραγισμένος ναός των
Ταξιαρχών. Με δάκρυα στα μάτια φιλούσαμε τις τοιχογραφίες των αγίων στην κόγχη του ιερού. Ο Ιερός Χρυσόστομος, ο Μέγας Βασίλειος, ο Άγιος  Γρηγόριος, ο Άγιος Νικόλαος, η Πλατυτέρα στην αψίδα του ιερού, η γέννηση του Χριστού στην προσκομιδή και η βάπτιση στο διακονικό.

Όλες χωρίς μάτια, τα είχαν βγάλει οι Τούρκοι στην τελευταία λειτουργία. Μα έλαμπαν τα πρόσωπά τους. Μάς βοήθησε η γυναίκα να συμμαζέψουμε τους χώρους. Εκείνη είχε σκουπίσει κάτω το χωματένιο πάτωμα «αφ' εσπέρας», όπως μάς είπε. Τ μάρμαρα από το δάπεδο τα είχαν πάρει για τα σπίτια τους οι Τούρκοι.
O ναός ήταν στάβλος μα όταν έγινε ένας σεισμός παλαιότερα στην περιοχή χαράχτηκε σαν ρήγμα ένας μεγάλος σταυρός στην κόγχη του ιερού. Τ είδαν οι Τούρκοι. Είπαν «θαύμα» κι έτσι σώθηκε ο ναός απ' ολική καταστροφή σαν στάβλος. Αγία Τράπεζα δεν υπήρχε. Βάλαμε ένα τραπέζι. Επάνω έστρωσα ένα λινό κοφτό με σταυρό. Το είχε φέρει η γιαγιά μου μαζί της από τότε, μαζί με την εικόνα του Ταξιάρχη. Βάλαμε πάνω το αντιμήνσιο, που ήταν εγκαινιασμένο από τον παππού, το μακαριστό Μητροπολίτη μας Ιάκωβο Κλεομβρότου, που γεννήθηκε στο Αϊβαλί. Ετοιμάσαμε την Αγία προσκομιδή και την αρτοκλασία. Στην είσοδο του ναού φάνηκε ο  Δεσπότης μας με το Νομάρχη και το Γενικό πρόξενο, που είχε έρθει για  τη λειτουργία με Έλληνες από την Πόλη. Σκύψαμε να τού κάνουμε μετάνοια και φιλήσαμε το χέρι του. Στο πρόσωπό του εκείνη τη στιγμή ήταν όλη η ρωμιοσύνη, όλοι οι Έλληνες της Μικρασίας, οι μαρτυρικοί ιεράρχες και κληρικοί, ο άγιος Αμβρόσιος επίσκοπος Μοσχονησίων, που έχυσε το αίμα του σ' αυτόν τον ναό την ημέρα της καταστροφής.
Έβαλα το πετραχήλι μου και με την ευλογία του Δεσπότη μας έβαλα ευλογητός για τον Όρθρο. Δεν θυμάμαι ποτέ στη ζωή μου να ένοιωσα έτσι, όπως τούτη την ώρα. Κρατιόμουν με το ζόρι να μην ξεσπάσω σε λυγμούς.
O Δεσπότης μας ακουμπισμένος σε μια κολώνα έκρυβε το πρόσωπό του μέσα στις παλάμες του. Όλοι είχαν σκυφτά τα κεφάλια τους και το μόνο, που ακουγόταν, ήταν ένα βουβό κλάμα, ένας αναστεναγμός βαθύς χωρίς ήχο. «Υπέρ του Αρχιεπισκόπου και Πατριάρχου ημών Βαρθολομαίου και τού πατρός και αρχιεπισκόπου ημών Ιακώβου...».
Ποιος μπορούσε να συνειδητοποιήσει τέτοια μηνύματα και τέτοιες δεήσεις σε τέτοιο χώρο; «Υπέρ του ευσεβούς ημών έθνους...».  Όλοι κοιταχτήκαμε. Κοίταξα το Δεσπότη μου στα μάτια, μου έγνεψε συγκαταβατικά. Συνέχισα: «... πάσης αρχής και εξουσίας εν τω κράτει ημών, του κατά γην, θάλασσαν και αέρα φιλοχρίστου ημών στρατού...».
Ήταν ακόμα τα μεθέορτα της Υψώσεως του
Tιμίου Σταυρού και τού Αγίου Ευσταθίου του Πλακίδα. Ψάλαμε τα απολυτίκια στον όρθρο, το «Σώσον Κύριε τον λαό σου...» τους κανόνες της εορτής και τού αγίου.
Πήραμε καιρό από το Δεσπότη, έξι ιερείς και ντυθήκαμε. Στις καταβασίες ντύθηκε κι εκείνος. Πήγαμε στην προσκομιδή.
Mνημόνευσε ο Δεσπότης μας τους ζώντες, τον Πατριάρχη μας, τους κληρικούς και λαϊκούς και έβγαλε και μια μερίδα μεγάλη για όλες τις ψυχές των κρυπτοχριστιανών, που ζουν στην Mικρασία αλλά κι αυτών, που τριγύριζαν σαν «χαζοί» σκόπιμα έξω από το ναό, για να ακούσουν τη θεία Λειτουργία. Άρχισε να μνημονεύει ο Άγιος Mυτιλήνης τους κεκοιμημένους κι εκεί έσφιξε η καρδιά όλων μας. Άλλος μνημόνευε τον πατέρα του, τον αδερφό του, την μητέρα του ή την αδερφή, τους παππούδες ή τις γιαγιάδες, που χάθηκαν στην καταστροφή. Γέμισε το άγιο Δισκάριο μαργαρίτες.O Δεσπότης μας, μνημόνευε με δέος τον παππού το μακαριστό Μυτιλήνης, τον Ιάκωβο από το Αϊβαλί. Με κοίταξε και με ρώτησε αν μνημονεύσαμε στα τάγματα τους Iερομάρτυρες της Μικρασίας, Χρυσόστομο Σμύρνης, Αμβρόσιο Mοσχονησίων και τούς άλλους. Του απάντησα ναι και καλύψαμε την Αγία Πρόθεση.

Προχώρησε η λειτουργία και το μυστήριο γινόταν πιο μυσταγωγικό, πιο έντονο, πιο ζωντανό. Μια συντριβή ήταν απλωμένη παντού, μέσα σ' όλο το ναό, μέσα σ' όλες τις καρδιές. Το έβλεπες στα μάτια όλων που έτρεχαν ποτάμια. Γονατίσαμε για την μετουσίωση. Πού κατεβαίνει ο Θεός μας, σε ποιο χώρο, σε ποια γη, σε τίνος καρδιά; Δεν μπορεί κανείς μας να πει με ακρίβεια πώς τελειώσαμε τούτη τη θεία Λειτουργία.
O Δεσπότης μας αντί για Μίτρα φορούσε το επανωκαλύμμαυχό του, ένδειξη ταπείνωσης για τον υψηλό αυτό χώρο αλλά και πένθους για τούτη τη σκλαβωμένη πατρίδα μας. Δεν είμαστε εποικιστές, ούτε σωβινιστές αλλά ούτε και ρατσιστές. Θέλουμε όμως κι εδώ στα Μοσχονήσια να λατρεύεται ο Θεός ελεύθερα κι από Τούρκους κρυπτοχριστιανούς. Κοινωνήσαμε όλοι με δέος* 
O Μητροπολίτης μάς μοίρασε το αντίδωρο κι όλοι ψάλαμε με τρεμάμενη φωνή τον πολυέλεο... «Eπί τον ποταμόν Βαβυλώνος εκεί εκαθίσαμε και εκλαύσαμε ...εκρεμάσαμε τα όργανα ημών εν τω μνησθήναι ημάς την Σιών...». Στο τέλος είπε δυο λόγια ο δεσπότης. Λόγια απλά, της καρδιάς με τρεμάμενη φωνή. Όχι άλλες σφαγές, όχι άλλες γενοκτονίες, όχι ξανά πρόσφυγες. Όχι στον πόλεμο, ναι στην ειρήνη των λαών και τη φιλία. Σε μια μάχη όλοι είναι νικημένοι. Δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα νικητές και νικημένοι.
Έστειλε τα σεβάσματα και προσκυνήματα όλων μας στον Πατριάρχη μας κ.κ. Βαρθολομαίο.
O γενικός πρόξενός μας, ο οποίος είναι Μυτιληνιός μετέφερε τις Πατριαρχικές ευλογίες σε όλους μας και ο Νομάρχης ευχαρίστησε τις τουρκικές αρχές για την παραχώρηση της άδειας για τη λειτουργία.
Ψάλαμε την φήμη του Πατριάρχου και του Μητροπολίτη μας. Γέμισε ο ναός του
Ταξιάρχη από φωνές «... υπερτίμου και εξάρχου πάσης Λέσβου και πάσης Αιολίδος...». Αυτή η Αιολική γη! Ποιος, αλήθεια, μπορεί να τα περιγράψει όλα; Tι ένιωθε ο καθένας μέσα στην καρδιά του;
Με τι να τα εκφράσεις; Μαζεύαμε τα άμφια και τα ιερά σκεύη. Τελειώσαμε. Τελειώνει όμως μια τέτοια Λειτουργία;  Όλοι μας ακόμα ζούμε μέσα σ' αυτό το αληθινό παραμύθι κι αγναντεύουμε απέναντί μας τα Μοσχονήσια και τη Μικρασία.
*Mια Tουρκάλα κλαίγοντας ήρθε να κοινωνήσει. Ήταν όμως αβάπτιστη...
 Aρχιμ. Kυρίλλου Σύκη
 
ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ

 

Home ] π. Σ. Φαράσογλου ] K. ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ ] ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ] ΓΙΩΡΓΟΣ  ΗΛΙΑΔΗΣ ] ΠΑΣΧΑ 2005 ] ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΑΝΑ ]
Last modified: JULY 26,  2017